locum
Pronunciation
/lˈoʊkəm/

Ορισμός και σημασία του "locum"στα αγγλικά

01

αναπληρωτής, προσωρινός γιατρός

a person, particularly a physician or clergyman, who fulfills the duties of another member of the same profession
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
locums
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store