locomotion
Pronunciation
/ˌɫoʊkəˈmoʊʃən/

Ορισμός και σημασία του "locomotion"στα αγγλικά

01

κίνηση, αυτόνομη κίνηση

the power or ability to move on one's own without any external force
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

κίνηση, μετακίνηση

the act or the ability of moving

Λεξικό Δέντρο

locomotion
locomote
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store