abysmal
a
ə
ē
bys
ˈbɪz
biz
mal
məl
mēl
abyssal

Ορισμός και σημασία του "abysmal"στα αγγλικά

01

αβυσσαλέος, χωρίς πάτο

bottomless in extent 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most abysmal
συγκριτικός βαθμός
more abysmal
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The canyon dropped into an abysmal void. 

Το φαράγγι έπεσε σε μια αβυσσαία κενότητα.

02

φρικτός, απαίσιος

extremely poor in quality or performance 
Παραδείγματα
The team's abysmal performance disappointed the fans. 

Η άθλια απόδοση της ομάδας απογοήτευσε τους φίλαθλους.

Λεξικό Δέντρο

abysmally
abysmal
abysm
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store