Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to liven up
[phrase form: liven]
01
ζωντανεύω, ενθαρρύνω
to add energy or excitement to a situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
liven
ενεστώτας
liven up
γ΄ ενικό πρόσωπο
livens up
ενεστώτα μετοχή
livening up
απλός αόριστος
livened up
παθητική μετοχή
livened up
Παραδείγματα
The speaker used humor and anecdotes to liven up their presentation, keeping the audience engaged and entertained.
Ο ομιλητής χρησιμοποίησε χιούμορ και ανέκδοτα για να ζωντανέψει την παρουσίασή του, διατηρώντας το κοινό απασχολημένο και ψυχαγωγημένο.
02
ζωντανεύω, χαροποιώ
to become more cheerful and vibrant
Παραδείγματα
The sad child ’s face livened up when she saw the clown.
Το θλιμμένο πρόσωπο του παιδιού ζωντάνεψε όταν είδε τον κλόουν.



























