liquor store
li
ˈlɪ
li
quor
store
stɔ:
staw

Ορισμός και σημασία του "liquor store"στα αγγλικά

01

κατάστημα αλκοολούχων ποτών, οινοπωλείο

a shop that sells alcoholic drinks but does not serve them like a bar 
liquor store definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
liquor stores
Παραδείγματα
They stopped by the liquor store to pick up a bottle of wine for dinner. 

Σταμάτησαν στο κατάστημα ποτών για να πάρουν ένα μπουκάλι κρασί για το δείπνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store