Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lissom
01
λεπτός, ευκίνητος
delicately thin and with an agile body
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lissom
συγκριτικός βαθμός
more lissom
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
body, movement, appearance
LanGeek



























