Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to liquify
01
υγροποιώ, λιώνω
make (a solid substance) liquid, as by heating
02
υγροποιώ, λιώνω
become liquid or fluid when heated
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
liquify
γ΄ ενικό πρόσωπο
liquifies
ενεστώτα μετοχή
liquifying
απλός αόριστος
liquified
παθητική μετοχή
liquified
Λεξικό Δέντρο
liquifiable
liquified
liquify
liquid



























