liquify
liq
ˈlɪk
λικ
ui
ουι
fy
ˌfaɪ
φαι
/lˈɪkwɪfˌa‌ɪ/

Ορισμός και σημασία του "liquify"στα αγγλικά

to liquify
01

υγροποιώ, λιώνω

make (a solid substance) liquid, as by heating
to liquify definition and meaning
02

υγροποιώ, λιώνω

become liquid or fluid when heated
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
liquify
γ΄ ενικό πρόσωπο
liquifies
ενεστώτα μετοχή
liquifying
απλός αόριστος
liquified
παθητική μετοχή
liquified

Λεξικό Δέντρο

liquifiable
liquified
liquify
liquid
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store