Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to liquidate
01
εκκαθαρίζω, εξοντώνω
to eliminate someone, often perceived as a threat, by causing their death
Transitive: to liquidate sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
liquidate
γ΄ ενικό πρόσωπο
liquidates
ενεστώτα μετοχή
liquidating
απλός αόριστος
liquidated
παθητική μετοχή
liquidated
Παραδείγματα
The mob boss ordered his henchmen to liquidate the rival gang members.
Ο αρχηγός της μαφίας διέταξε τους υποτελείς του να εκκαθαρίσουν τα μέλη της αντιμαχόμενης συμμορίας.
02
εκκαθαρίζω, ρυθμίζω
to settle financial matters of a business by determining its liabilities and distributing its assets to cover them
Transitive: to liquidate a business
Παραδείγματα
The board of directors decided to liquidate the business after realizing it was no longer profitable.
Το διοικητικό συμβούλιο αποφάσισε να εκκαθαρίσει την επιχείρηση αφού συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν πλέον κερδοφόρα.
03
εκκαθαρίζω, εξοφλώ
to clear one's debt
Transitive: to liquidate a debt
Παραδείγματα
They were required to liquidate the debt within 15 days of the date due.
Απαιτήθηκε να εκκαθαρίσουν το χρέος εντός 15 ημερών από την ημερομηνία λήξης.
Παραδείγματα
The company decided to liquidate its real estate holdings to cover the outstanding debts.
Η εταιρεία αποφάσισε να εκκαθαρίσει τις ακίνητες περιουσίες της για να καλύψει τα εκκρεμή χρέη.
Λεξικό Δέντρο
liquidation
liquidator
liquidate
liquid



























