lily
li
ˈlɪ
li
ly
li
li
willychilifillychile

Ορισμός και σημασία του "lily"στα αγγλικά

01

κρίνος, λίλιο

a plant with large bell-shaped flowers, typically white 
lily definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lilies
Παραδείγματα
I received a bouquet of pink lilies for my birthday. 

Λάβανα ένα μπουκέτο με ροζ κρίνα για τα γενέθλιά μου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store