Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
likable
01
συμπαθητικός, αξιολάτρευτος
pleasant and easy to be around
Παραδείγματα
He's likable, making friends easily with his friendly and outgoing nature.
Είναι συμπαθής, κερδίζει εύκολα φίλους με τη φιλική και εξωστρεφή του φύση.
02
συμπαθητικός, γοητευτικός
(of characters in literature or drama) evoking empathic or sympathetic feelings
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most likable
συγκριτικός βαθμός
more likable
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
dislikable
unlikable
likable
like



























