Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
light-headed
01
ελαφρόμυαλος, επιπόλαιος
lacking seriousness; given to frivolity
Παραδείγματα
The sudden change in altitude left them feeling light-headed.
Η ξαφνική αλλαγή στο υψόμετρο τους άφησε να αισθάνονται ζαλάδα.



























