Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
light-headed
01
ελαφρόμυαλος, επιπόλαιος
lacking seriousness; given to frivolity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most light-headed
συγκριτικός βαθμός
more light-headed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sudden change in altitude left them feeling light-headed.
Η ξαφνική αλλαγή στο υψόμετρο τους άφησε να αισθάνονται ζαλάδα.



























