light-headed
light
laɪthɛdɪd
λαιτχεντιντ
headed

Ορισμός και σημασία του "light-headed"στα αγγλικά

light-headed
01

ελαφρόμυαλος, επιπόλαιος

lacking seriousness; given to frivolity 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most light-headed
συγκριτικός βαθμός
more light-headed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, personality, cognition
02

ζαλισμένος, ιλιγγιώδης

feeling dizzy or faint, often from low blood pressure or fatigue 
Παραδείγματα
After standing up quickly, she felt light-headed and had to sit down. 

Αφού σηκώθηκε γρήγορα, αισθάνθηκε ζαλάδα και έπρεπε να καθίσει.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store