Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lifetime
01
ζωή, διάρκεια ζωής
the entire duration of a person's life, from birth to death, or the duration of existence of something in general
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lifetimes
Παραδείγματα
The artist ’s works are expected to influence generations for a lifetime.
Αναμένεται ότι τα έργα του καλλιτέχνη θα επηρεάσουν τις γενιές για μια ζωή.
Λεξικό Δέντρο
lifetime
life
time



























