lifetime
Pronunciation
/ˈɫaɪfˌtaɪm/

Ορισμός και σημασία του "lifetime"στα αγγλικά

01

ζωή, διάρκεια ζωής

the entire duration of a person's life, from birth to death, or the duration of existence of something in general
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lifetimes
Παραδείγματα
The artist ’s works are expected to influence generations for a lifetime.
Αναμένεται ότι τα έργα του καλλιτέχνη θα επηρεάσουν τις γενιές για μια ζωή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store