lifetime
life
ˈlaɪf
laif
time
taɪm
taim
life-time

Ορισμός και σημασία του "lifetime"στα αγγλικά

01

ζωή, διάρκεια ζωής

the entire duration of a person's life, from birth to death, or the duration of existence of something in general 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lifetimes
Παραδείγματα
He left a legacy that will last beyond his lifetime. 

Άφησε μια κληρονομιά που θα διαρκέσει πέρα από τη ζωή του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

lifetime

life

+

time

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store