Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lifeless
01
άψυχος, νεκρός
without any signs of life or vitality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lifeless
συγκριτικός βαθμός
more lifeless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The lifeless body of the bird lay motionless on the ground.
Το άψυχο σώμα του πουλιού ήταν ακίνητο στο έδαφος.
02
άψυχος, ερημικός
destitute or having been emptied of life or living beings
03
άψυχος, χωρίς ζωή
not having the capacity to support life
Λεξικό Δέντρο
lifelessly
lifelessness
lifeless
life



























