licitly
Pronunciation
/lˈɪsɪtli/

Ορισμός και σημασία του "licitly"στα αγγλικά

01

νόμιμα, νομίμως

in a manner that is acceptable by the law
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Licitly operating a business requires following all government regulations.
Η νόμιμη λειτουργία μιας επιχείρησης απαιτεί την τήρηση όλων των κυβερνητικών κανονισμών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store