abused
Pronunciation
/əbˈjuzd/

Ορισμός και σημασία του "abused"στα αγγλικά

01

κακοποιημένος, καταχρησμένος

having been subjected to excessive use or mistreatment, resulting in damage or wear
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most abused
συγκριτικός βαθμός
more abused
διαβαθμίσιμο
02

κακοποιημένος, υποβαλλόμενος σε σκληρή μεταχείριση

subjected to cruel treatment

Λεξικό Δέντρο

disabused
unabused
abused
abuse
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store