Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Artery
01
αρτηρία, αγγείο αίματος
any blood vessel, carrying the blood to different organs of body from the heart
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
arteries
Παραδείγματα
Atherosclerosis, a condition where plaque builds up inside the arteries, can restrict blood flow and lead to serious health issues like heart attacks and strokes.
Η αθηροσκλήρωση, μια κατάσταση όπου η πλάκα συσσωρεύεται μέσα στις αρτηρίες, μπορεί να περιορίσει τη ροή του αίματος και να οδηγήσει σε σοβαρά προβλήματα υγείας όπως καρδιακές προσβολές και εγκεφαλικά επεισόδια.
02
αρτηρία, κύριος δρόμος
a main road, street, or route that carries a large volume of traffic or connects key locations
Παραδείγματα
The highway serves as the main artery through the city.
Ο αυτοκινητόδρομος λειτουργεί ως κύρια αρτηρία μέσα από την πόλη.
Λεξικό Δέντρο
arterial
artery



























