artery
ar
ˈɑr
αρ
te
τερ
ry
ri
ρι
/ˈɑːtəɹi/

Ορισμός και σημασία του "artery"στα αγγλικά

01

αρτηρία, αγγείο αίματος

any blood vessel, carrying the blood to different organs of body from the heart
artery definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
arteries
Παραδείγματα
Arteries are blood vessels that carry oxygen-rich blood away from the heart to various parts of the body.
Οι αρτηρίες είναι αιμοφόρα αγγεία που μεταφέρουν αίμα πλούσιο σε οξυγόνο από την καρδιά σε διάφορα μέρη του σώματος.
02

αρτηρία, κύριος δρόμος

a main road, street, or route that carries a large volume of traffic or connects key locations
Παραδείγματα
The boulevard functions as the artery between neighborhoods.
Η λεωφόρος λειτουργεί ως αρτηρία μεταξύ των γειτονιών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store