Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
artful
01
πανούργος, έξυπνος
(of people) having the cleverness, calculated maneuvers, and efficient skill to reach goals
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most artful
συγκριτικός βαθμός
more artful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The artist was artful in promoting her work while staying humble.
Η καλλιτέχνις ήταν έξυπνη στην προώθηση του έργου της ενώ παρέμενε ταπεινή.
02
πανούργος, πανουργος
(of speech or actions) disguising intentions or masking the truth
Παραδείγματα
The company 's artful statements made the risks seem smaller than they were.
Οι έξυπνες δηλώσεις της εταιρείας έκαναν τους κινδύνους να φαίνονται μικρότεροι από ό,τι ήταν.
Λεξικό Δέντρο
artfully
artfulness
artful
art



























