arthritis
arth
ˈɑ:θ
aath
ri
raɪ
rai
tis
tɪs
tis
arteritis

Ορισμός και σημασία του "arthritis"στα αγγλικά

01

αρθρίτιδα, ρευματισμός

a medical condition that causes pain and swelling in the joints 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
She has arthritis in her knees. 

Έχει αρθρίτιδα στα γόνατά της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store