to level off
le
ˈlɛ
le
vel
vəl
vēl
off
ɒf
of
level out

Ορισμός και σημασία του "level off"στα αγγλικά

to level off
01

σταθεροποιούμαι, φτάνω σε ένα πλατώ

to reach a stable or steady state after a period of fluctuation or change 
to level off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
level
ενεστώτας
level off
γ΄ ενικό πρόσωπο
levels off
ενεστώτα μετοχή
leveling off
απλός αόριστος
leveled off
παθητική μετοχή
leveled off
Παραδείγματα
Sales have leveled off after a period of rapid growth, indicating a more sustainable pace of expansion. 

Οι πωλήσεις σταθεροποιήθηκαν μετά από μια περίοδο ταχείας ανάπτυξης, υποδεικνύοντας ένα πιο βιώσιμο ρυθμό επέκτασης.

02

σταθεροποιούμαι, ισοπεδώνομαι

to become flat or horizontal after a period of rising or falling 
Παραδείγματα
The airplane leveled off at an altitude of 30,000 feet. 

Το αεροπλάνο ισοπεδώθηκε σε υψόμετρο 30.000 ποδιών.

03

ισοπεδώνω, στρώνω

to make a surface or an object flat, even, or smooth 
Παραδείγματα
The gardener used a rake to level off the soil in the flower bed. 

Ο κηπουρός χρησιμοποίησε ένα τσουγκράνα για να ισοπεδώσει το χώμα στο παρτέρι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store