Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to level off
01
σταθεροποιούμαι, φτάνω σε ένα πλατώ
to reach a stable or steady state after a period of fluctuation or change
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
level
ενεστώτας
level off
γ΄ ενικό πρόσωπο
levels off
ενεστώτα μετοχή
leveling off
απλός αόριστος
leveled off
παθητική μετοχή
leveled off
Παραδείγματα
Sales have leveled off after a period of rapid growth, indicating a more sustainable pace of expansion.
Οι πωλήσεις σταθεροποιήθηκαν μετά από μια περίοδο ταχείας ανάπτυξης, υποδεικνύοντας ένα πιο βιώσιμο ρυθμό επέκτασης.
02
σταθεροποιούμαι, ισοπεδώνομαι
to become flat or horizontal after a period of rising or falling
Παραδείγματα
The airplane leveled off at an altitude of 30,000 feet.
Το αεροπλάνο ισοπεδώθηκε σε υψόμετρο 30.000 ποδιών.
03
ισοπεδώνω, στρώνω
to make a surface or an object flat, even, or smooth
Παραδείγματα
The gardener used a rake to level off the soil in the flower bed.
Ο κηπουρός χρησιμοποίησε ένα τσουγκράνα για να ισοπεδώσει το χώμα στο παρτέρι.



























