left-hand
left
lɛft
λεφτ
hand
hænd
χαινντ
withstandunplannedunderhandright-hand

Ορισμός και σημασία του "left-hand"στα αγγλικά

01

αριστερόχειρας, για το αριστερό χέρι

designed or intended to be used with the left hand 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
handedness, design, equipment
Παραδείγματα
He bought a left-hand glove for his injured hand. 

Αγόρασε ένα αριστερόχειρο γάντι για το τραυματισμένο του χέρι.

02

αριστερός, αριστερή πλευρά

located on the side that is to the left when facing forward 
Παραδείγματα
The left-hand door leads to the basement. 

Η αριστερή πόρτα οδηγεί στο υπόγειο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store