Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
left-hand
01
αριστερόχειρας, για το αριστερό χέρι
designed or intended to be used with the left hand
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He bought a left-hand glove for his injured hand.
Αγόρασε ένα αριστερόχειρο γάντι για το τραυματισμένο του χέρι.



























