Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Leech
01
βδέλλα, ιρουδίνη
a parasitic or predatory worm of the annelid family that lives in freshwaters and drinks blood by attaching itself to its prey
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
leeches
02
βδέλλα, παράσιτο
a person who exploits or depends on others for support, resources, or favors without giving anything in return
offensive
Παραδείγματα
Everyone avoided the leech who constantly asked for favors.
Όλοι απέφευγαν την βδέλλα που ζητούσε συνεχώς χάρες.
to leech
01
αφαιρώ αίμα, ρουφώ αίμα
draw blood
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
leech
γ΄ ενικό πρόσωπο
leeches
ενεστώτα μετοχή
leeching
απλός αόριστος
leeched
παθητική μετοχή
leeched
Λεξικό Δέντρο
leechlike
leech



























