leathery
lea
ˈlɛ
le
the
ðə
dhē
ry
ri
ri
lathery

Ορισμός και σημασία του "leathery"στα αγγλικά

01

δερμάτινος, με σκληρή και κάπως τραχιά υφή

having a firm and somewhat rough texture 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most leathery
συγκριτικός βαθμός
more leathery
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The well-worn baseball glove felt leathery and comfortable in his hand. 

Το φθαρμένο γάντι του μπέιζμπολ ένιωθε δερμάτινο και άνετο στο χέρι του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store