leathery
Pronunciation
/ˈɫɛðɝi/

Ορισμός και σημασία του "leathery"στα αγγλικά

01

δερμάτινος, με σκληρή και κάπως τραχιά υφή

having a firm and somewhat rough texture
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most leathery
συγκριτικός βαθμός
more leathery
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The alligator 's skin was tough and leathery, providing natural protection.
Το δέρμα του αλιγάτορα ήταν σκληρό και δερμάτινο, παρέχοντας φυσική προστασία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store