Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
leathered
01
δερμάτινος, σκληρός και ανθεκτικός
having a tough, durable texture or appearance similar to leather
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most leathered
συγκριτικός βαθμός
more leathered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His leathered hands showed the years of hard work he had put in.
Τα δερμάτινα χέρια του έδειχναν τα χρόνια της σκληρής δουλειάς που είχε βάλει.
Λεξικό Δέντρο
leathered
leather



























