Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
leathered
01
δερμάτινος, σκληρός και ανθεκτικός
having a tough, durable texture or appearance similar to leather
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most leathered
συγκριτικός βαθμός
more leathered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The leathered texture of the old book ’s cover was a reminder of its age and the countless hands that had held it.
Η δερμάτινη υφή του εξωφύλλου του παλιού βιβλίου ήταν μια υπενθύμιση της ηλικίας του και των αμέτρητων χεριών που το είχαν κρατήσει.
Λεξικό Δέντρο
leathered
leather



























