Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lead on
[phrase form: lead]
01
παραπλανώ, εξαπατώ
to intentionally deceive someone by making them believe something that is not true
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
lead
ενεστώτας
lead on
γ΄ ενικό πρόσωπο
leads on
ενεστώτα μετοχή
leading on
απλός αόριστος
led on
παθητική μετοχή
led on
Παραδείγματα
The politician led the voters on by making false promises.
Ο πολιτικός εξαπάτησε τους ψηφοφόρους κάνοντας ψευδείς υποσχέσεις.
1.1
δίνω ψευδείς ελπίδες, εξαπατώ
to give someone false hope of a romantic relationship
Παραδείγματα
He did n't want to lead her on, but he could n't help himself.
Δεν ήθελε να της δώσει ψευδείς ελπίδες, αλλά δεν μπορούσε να κρατηθεί.
02
οδηγώ, καθοδηγώ
to guide or show the way to someone
Παραδείγματα
The dance instructor led the class on a series of intricate steps, teaching them the choreography.
Ο δάσκαλος χορού οδήγησε την τάξη σε μια σειρά από περίπλοκα βήματα, διδάσκοντας τους τη χορογραφία.



























