layered
Pronunciation
/ˈɫeɪɝd/

Ορισμός και σημασία του "layered"στα αγγλικά

01

στρωματοποιημένο

(of hair) cut in different lengths to create volume and movement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most layered
συγκριτικός βαθμός
more layered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After getting her hair layered, it felt lighter and more versatile.
Αφού έκανε στρωματοποιημένο κούρεμα, τα μαλλιά της φαίνονταν πιο ελαφριά και πολυτελή.

Λεξικό Δέντρο

layered
layer
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store