layered
layered
leɪəd
leied
lowered

Ορισμός και σημασία του "layered"στα αγγλικά

01

στρωματοποιημένο

(of hair) cut in different lengths to create volume and movement 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most layered
συγκριτικός βαθμός
more layered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her layered haircut added dimension and movement to her hair, with different lengths creating a textured look. 

Το στρωματοποιημένο κούρεμά της πρόσθεσε όγκο και κίνηση στα μαλλιά της, με διαφορετικά μήκη να δημιουργούν μια υφή.

Λεξικό Δέντρο

layered
layer
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store