laxative
lax
ˈlæk
lāk
a
tive
tɪv
tiv

Ορισμός και σημασία του "laxative"στα αγγλικά

01

καθαρτικό, υπακτικό

a substance, usually a drug, used to stimulate evacuation of the bowels 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
laxatives
01

καθαρτικό, υπακτικό

having the ability to relieve constipation and ease bowel movements 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Certain fruits, such as prunes and figs, have natural laxative properties. 

Ορισμένα φρούτα, όπως τα δαμάσκηνα και τα σύκα, έχουν φυσικές καθαρτικές ιδιότητες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store