Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lawfully
01
νόμιμα, σύμφωνα με το νόμο
in a way that is permitted by legal rules or authority
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
ερωτηματικό επίρρημα
Παραδείγματα
The documents prove that he entered the country lawfully.
Τα έγγραφα αποδεικνύουν ότι μπήκε στη χώρα νόμιμα.
02
νομίμως
in a manner acceptable to common custom
Λεξικό Δέντρο
unlawfully
lawfully
lawful
law



























