Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lavender
01
λεβάντα, ένα φυτό με μοβ λουλούδια και μια ευχάριστη μυρωδιά
a type of plant with purple flowers and a fine smell
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lavenders
Παραδείγματα
She planted lavender in her garden to enjoy its pleasant aroma and vibrant color.
Φύτεψε λεβάντα στον κήπο της για να απολαμβάνει την ευχάριστη μυρωδιά και το ζωηρό χρώμα της.
02
λεβάντα, χρώμα λεβάντα
a pale, soft shade of purple that resembles the color of lavender flowers
Παραδείγματα
The room was painted in a gentle lavender, creating a calm and soothing atmosphere.
Το δωμάτιο ήταν βαμμένο σε ένα απαλό λεβάντα, δημιουργώντας μια ήρεμη και καταπραϋντική ατμόσφαιρα.
lavender
01
λεβάντα
having a pale purple color
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lavender
συγκριτικός βαθμός
more lavender
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She painted her bedroom walls in a soothing lavender color.
Έβαψε τους τοίχους του υπνοδωματίου της σε ένα χαλαρωτικό λεβάντα χρώμα.
02
λεβάντα, με άρωμα λεβάντας
having a quality reminiscent of the lavender plant
Παραδείγματα
The room was filled with a lavender aroma, creating a relaxing and soothing environment.
Το δωμάτιο ήταν γεμάτο με μια μυρωδιά λεβάντας, δημιουργώντας ένα χαλαρωτικό και καταπραϋντικό περιβάλλον.
to lavender
01
αρωματίζω με λεβάντα, δίνω μυρωδιά λεβάντας
to perfume or scent with lavender
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lavender
γ΄ ενικό πρόσωπο
lavenders
ενεστώτα μετοχή
lavendering
απλός αόριστος
lavendered
παθητική μετοχή
lavendered
Παραδείγματα
She lavendered the guest room to ensure it smelled fresh and inviting.
Λαβάνταρε το δωμάτιο των επισκεπτών για να διασφαλίσει ότι μύριζε φρέσκο και ελκυστικό.



























