lave
lave
leɪv
λειβ
/lˈe‍ɪv/

Ορισμός και σημασία του "lave"στα αγγλικά

to lave
01

πλένω

to wash or bathe
to lave definition and meaning
Old use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lave
γ΄ ενικό πρόσωπο
laves
ενεστώτα μετοχή
laving
απλός αόριστος
laved
παθητική μετοχή
laved
02

πλένω ή ρέω εναντίον

wash or flow against
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store