Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lave
01
πλένω
to wash or bathe
Old use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lave
γ΄ ενικό πρόσωπο
laves
ενεστώτα μετοχή
laving
απλός αόριστος
laved
παθητική μετοχή
laved
02
πλένω ή ρέω εναντίον
wash or flow against



























