Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to laud
01
επαινώ, εκθειάζω
to praise or express admiration for someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
laud
γ΄ ενικό πρόσωπο
lauds
ενεστώτα μετοχή
lauding
απλός αόριστος
lauded
παθητική μετοχή
lauded
Παραδείγματα
Teachers should laud students for their achievements to boost their confidence.
Οι δάσκαλοι πρέπει να εξυμνούν τους μαθητές για τις επιτυχίες τους για να ενισχύσουν την αυτοπεποίθησή τους.
Λεξικό Δέντρο
laudable
laudator
laudatory
laud



























