to laud
laud
lɔ:d
lawd
bawdawedbaudjawed

Ορισμός και σημασία του "laud"στα αγγλικά

to laud
01

επαινώ, εκθειάζω

to praise or express admiration for someone or something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
laud
γ΄ ενικό πρόσωπο
lauds
ενεστώτα μετοχή
lauding
απλός αόριστος
lauded
παθητική μετοχή
lauded
Παραδείγματα
Teachers should laud students for their achievements to boost their confidence. 

Οι δάσκαλοι πρέπει να εξυμνούν τους μαθητές για τις επιτυχίες τους για να ενισχύσουν την αυτοπεποίθησή τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store