Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to laud
01
επαινώ, εκθειάζω
to praise or express admiration for someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
laud
γ΄ ενικό πρόσωπο
lauds
ενεστώτα μετοχή
lauding
απλός αόριστος
lauded
παθητική μετοχή
lauded
Παραδείγματα
The community lauded the firefighters for their bravery during the wildfire.
Η κοινότητα εξύμνησε τους πυροσβέστες για την ανδρεία τους κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς.
Λεξικό Δέντρο
laudable
laudator
laudatory
laud



























