Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Latitude
01
γεωγραφικό πλάτος, παράλληλος
an imaginary horizontal circle around the Earth parallel to the equator, used to measure north-south position
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
latitudes
Παραδείγματα
The explorer recorded the latitude of the new settlement.
Ο εξερευνητής κατέγραψε το γεωγραφικό πλάτος του νέου οικισμού.
02
ελευθερία, ευχέρεια
freedom from usual restrictions in behavior or conduct
Παραδείγματα
The author took latitude with historical facts to make the story more compelling.
Ο συγγραφέας πήρε ελευθερία με τα ιστορικά γεγονότα για να κάνει την ιστορία πιο συναρπαστική.



























