latrine
lat
ˈlət
lēt
rine
ri:n
rin
vaccinecanteencolleenslovene

Ορισμός και σημασία του "latrine"στα αγγλικά

01

αποχωρητήριο, κοινή τουαλέτα

a shared toilet, typically in a camp, military, or outdoor setting 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
latrines
Παραδείγματα
The soldiers were instructed to use the latrine located at the edge of the campsite. 

Οι στρατιώτες εντολή να χρησιμοποιήσουν τις αποχωρητήρια που βρίσκονται στην άκρη του καταυλισμού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store