latest
la
ˈleɪ
λει
test
tɪst
τιστ
/ˈleɪtɪst/

Ορισμός και σημασία του "latest"στα αγγλικά

01

τελευταίος, πιο πρόσφατος

occurred, created, or updated most recently in time
latest definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The latest update to the software fixed several bugs.
Η τελευταία ενημέρωση του λογισμικού διόρθωσε πολλά σφάλματα.
01

τελευταία νέα, πρόσφατες ενημερώσεις

the most recent news, update, or piece of information about a particular event or situation
Informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
latests
Παραδείγματα
The news channel always brings you the latest as soon as it happens.
Το κανάλι ειδήσεων σας φέρνει πάντα τις τελευταίες ειδήσεις μόλις συμβαίνουν.
02

τελευταία καινοτομία, πιο σύγχρονο

the most recent or up-to-date version, model, or innovation in a particular field or category
Informal
Παραδείγματα
The tech conference showcased the latest in artificial intelligence developments.
Η τεχνολογική συνδιάσκεψη παρουσίασε τα νεότερα στην ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store