Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
latest
01
τελευταίος, πιο πρόσφατος
occurred, created, or updated most recently in time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company released its latest smartphone model with advanced features.
Η εταιρεία κυκλοφόρησε το τελευταίο της μοντέλο smartphone με προηγμένες λειτουργίες.
The latest
01
τελευταία νέα, πρόσφατες ενημερώσεις
the most recent news, update, or piece of information about a particular event or situation
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
latests
Παραδείγματα
Have you heard the latest about the new policy changes at work?
Έχετε ακούσει τα τελευταία νέα σχετικά με τις αλλαγές στην πολιτική της εργασίας;
02
τελευταία καινοτομία, πιο σύγχρονο
the most recent or up-to-date version, model, or innovation in a particular field or category
ανεπίσημο
Παραδείγματα
The store carries the latest in home automation technology.
Το κατάστημα διαθέτει τα νεότερα στην τεχνολογία οικιακής αυτοματοποίησης.



























