lassie
la
ˈlɑ:
laa
ssie
si
si
brassygrassyglassyclassy

Ορισμός και σημασία του "lassie"στα αγγλικά

01

κορίτσι, νέα γυναίκα

a casual and affectionate term for a girl or young woman 
lassie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
lassies
αρσενικό ενικό
lad
θηλυκό ενικό
lassie
neutral form
child
Παραδείγματα
She's a bonnie lassie, with hair as golden as the sun. 

Είναι μια χαριτωμένη κοπέλα, με μαλλιά χρυσά σαν τον ήλιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store