lanky
lan
ˈlæn
λαιν
ky
ki
κι
/lˈæŋki/

Ορισμός και σημασία του "lanky"στα αγγλικά

01

ψηλός και αδύνατος, αδέξιος

(of a person) tall and thin in a way that is not graceful
lanky definition and meaning
Disapproving
Informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
lankiest
συγκριτικός βαθμός
lankier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The lanky teenager struggled to find clothes that fit well due to his long and slender build.
Ο ψηλός και αδύνατος έφηβος δυσκολευόταν να βρει ρούχα που ταιριάζουν καλά λόγω του μακριού και λεπτού σώματός του.

Λεξικό Δέντρο

lankiness
lanky
lank
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store