Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lanky
01
ψηλός και αδύνατος, αδέξιος
(of a person) tall and thin in a way that is not graceful
Disapproving
Informal
Λεξικό Δέντρο
lankiness
lanky
lank
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ψηλός και αδύνατος, αδέξιος
Λεξικό Δέντρο