langur
lan
ˈlæn
lān
gur
languor

Ορισμός και σημασία του "langur"στα αγγλικά

01

λανγούρ, πτεροπίθηκος

a group of Old World monkeys characterized by their long tails, slender bodies, and distinctive coloration, found in Asia 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
langurs
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store