Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Laminated glass
01
στρωματοποιημένο γυαλί, λαμιναρισμένο γυαλί
glass made with plates of plastic or resin or other material between two sheets of glass to prevent shattering
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























