to lampoon
Pronunciation
/ɫæmˈpun/

Ορισμός και σημασία του "lampoon"στα αγγλικά

to lampoon
01

σατιρίζω, χλευάζω

to criticize or joke about someone or something in public
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lampoon
γ΄ ενικό πρόσωπο
lampoons
ενεστώτα μετοχή
lampooning
απλός αόριστος
lampooned
παθητική μετοχή
lampooned
Παραδείγματα
The magazine regularly lampoons public figures.
Το περιοδικό σάτιρα τακτικά δημόσια πρόσωπα.
01

μια σάτιρα, μια παρωδία

a drawing, speech, or text aiming to criticize something or someone in a humorous manner
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lampoons
Παραδείγματα
The lampoon in the satire magazine cleverly critiqued the government's handling of the crisis.
Το lampoon στο σατιρικό περιοδικό επέκρινε έξυπνα τη διαχείριση της κρίσης από την κυβέρνηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store