Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lampoon
01
σατιρίζω, χλευάζω
to criticize or joke about someone or something in public
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lampoon
γ΄ ενικό πρόσωπο
lampoons
ενεστώτα μετοχή
lampooning
απλός αόριστος
lampooned
παθητική μετοχή
lampooned
Παραδείγματα
The cartoonist lampooned the mayor's policies in the newspaper.
Ο καρικατουρίστας lampoon τις πολιτικές του δημάρχου στην εφημερίδα.
Lampoon
01
μια σάτιρα, μια παρωδία
a drawing, speech, or text aiming to criticize something or someone in a humorous manner
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lampoons
Παραδείγματα
The editorial used a clever lampoon to poke fun at the politician's recent gaffe.
Το εκδοτικό άρθρο χρησιμοποίησε μια έξυπνη σάτιρα για να κοροϊδέψει το πρόσφατο γκάφ του πολιτικού.
Λεξικό Δέντρο
lampooner
lampoon



























