lamia
Pronunciation
/ˈɫeɪmiə/

Ορισμός και σημασία του "lamia"στα αγγλικά

01

λάμια, θηλυκό δαίμονα

a female demon or monster in Greek mythology who preys on young children and mothers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lamias
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store