Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lamia
01
λάμια, θηλυκό δαίμονα
a female demon or monster in Greek mythology who preys on young children and mothers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lamias



























