Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lamentable
01
θλιβερός, αξιοθρήνητος
deserving of pity, regret, or disappointment
Παραδείγματα
The decline in the quality of public services was a lamentable consequence of budget cuts.
Η πτώση της ποιότητας των δημόσιων υπηρεσιών ήταν μια θλιβερή συνέπεια των περικοπών στον προϋπολογισμό.
Λεξικό Δέντρο
lamentably
lamentable
lament



























