lamentable
la
men
ˈmɛn
men
ta
ble
bəl
bēl
unrentablefermentablepresentablepreventable

Ορισμός και σημασία του "lamentable"στα αγγλικά

lamentable
01

θλιβερός, αξιοθρήνητος

deserving of pity, regret, or disappointment 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lamentable
συγκριτικός βαθμός
more lamentable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The state of the war-torn region was lamentable, with widespread suffering and destruction. 

Η κατάσταση της περιοχής που είχε καταστραφεί από τον πόλεμο ήταν θλιβερή, με ευρεία δυστυχία και καταστροφή.

Λεξικό Δέντρο

lamentably
lamentable
lament
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store