Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
laborious
01
επίπονος, χρονοβόρος
requiring a great deal of time and energy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most laborious
συγκριτικός βαθμός
more laborious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The process of manually transcribing the handwritten documents was laborious and time-consuming.
Η διαδικασία της χειροκίνητης μεταγραφής των χειρόγραφων εγγράφων ήταν επίπονη και χρονοβόρα.
Λεξικό Δέντρο
laboriously
laboriousness
laborious
labor



























