Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
punishing
01
τιμωρητικός, κατασταλτικός
resulting in punishment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most punishing
συγκριτικός βαθμός
more punishing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
consequences, justice, discipline
02
επιπονος, κουραστικός
extremely demanding and exhausting, often involving a great deal of physical or mental strain
Παραδείγματα
The punishing workout left him sore for days.
Η κουραστική προπόνηση τον άφησε πονεμένο για μέρες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
punishingly
punishing
punish



























