punishing
Pronunciation
/ˈpənɪʃɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "punishing"στα αγγλικά

01

τιμωρητικός, κατασταλτικός

resulting in punishment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most punishing
συγκριτικός βαθμός
more punishing
διαβαθμίσιμο
02

επιπονος, κουραστικός

extremely demanding and exhausting, often involving a great deal of physical or mental strain
Παραδείγματα
The punishing schedule required him to work late every night.
Το επιπονο πρόγραμμα απαιτούσε να δουλεύει μέχρι αργά κάθε βράδυ.

Λεξικό Δέντρο

punishingly
punishing
punish
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store