aroused
a
ə
ē
roused
ˈraʊzd
rawzd

Ορισμός και σημασία του "aroused"στα αγγλικά

01

διεγερμένος, επεγερμένος

aroused to action 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most aroused
συγκριτικός βαθμός
more aroused
διαβαθμίσιμο
02

συγκινημένος, εξεγερμένος

emotionally aroused 
03

διεγερμένος, συγκινημένος

(of persons) excessively affected by emotion 
04

διεγερμένος, επεγερμένος

keenly excited (especially sexually) or indicating excitement 
05

διεγερμένος, ερεθισμένος

experiencing sexual excitement or desire 
Παραδείγματα
She felt aroused after their long, lingering kiss. 

Αισθάνθηκε εξιταρισμένη μετά το μακρύ, παρατεταμένο φιλί τους.

06

διεγερμένος, διεγερθείς

brought to a state of great tension 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store